..........................................................* Κοινωνία.gr - ιδέες * σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα *

.................................................. ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑ: ΥΠΟΤΑΓΗ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ...

Απ' όλες τις αμφισβητήσεις η πιο γλυκιά, είναι αυτή που αδύνατοι σηκώνουν κεφάλι και αμφισβητούν τη δύναμη των ισχυρών. Bretolt Brecht


Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Τέχνη και κοινωνία (δεκαετία 1950)

         Μέρος πρώτο     
Από Μαρία-Θεριανή Βάθη 

Ζώντας σε μία κοινωνία που οι ρυθμοί της ολοένα επιταχύνονται, το ερώτημα που βασανίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου είναι αν οι ανθρώπινες σχέσεις παραμένουν το ίδιο ισχυρές όπως αυτές που βλέπουμε να καταγράφονται στα παλιά βιβλία και τις παλιές καλές ταινίες. Αναμφισβήτητα, οι απόψεις και οι έρευνες ανθρώπων που τους έχει απασχολήσει το θέμα αυτό αποτελούν τεράστιο τεκμήριο για την εξέλιξη των ανθρώπινων σχέσεων και την πορεία τους ανάλογα με την κοινωνικοπολιτική και οικονομική  ροή της ανθρωπότητας. 
Στο αφιέρωμα αυτό θα αναλύσουμε τις ανθρώπινες σχέσεις ανά δεκαετία παραθέτοντας φωτογραφίες και βίντεο-ντοκουμέντα, που θα μας δώσουν μία εικόνα για κάθε περίοδο. Δεκαετία ’50 Κατά τη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα, όπως και ολόκληρη η υφήλιος, προσπαθεί να συνέλθει από τον όλεθρο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρατηρούμε μέσα στις ταινίες, τα βιβλία, και την εικονογραφία ότι έπειτα από κάθε δεινό, όπως ένας πόλεμος, οι κοινωνικοί δεσμοί δυναμώνουν. 
Ταινία: Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο Στην ταινία αυτή προβάλλεται η οικονοµική κατάσταση της Ελλάδας την εποχή εκείνη. Οι οικονομικές τάξεις που αναδεικνύονται αφορούν χαμηλά κοινωνικά στρώματα. 
Αλλά, όπως λέει και ο τίτλος της ταινίας, η φτώχεια, παρότι είναι δύσκολο να τη βιώνεις, αντιμετωπιζόταν με την ελληνικότατη και μοναδική λέξη «φιλότιμο». Η αλληλεγγύη και οι κοινωνικοί δεσμοί είναι αρκετά εμφανείς. οι σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων διατηρούσαν τον ρομαντισμό της εποχής εκείνης και η θηλυκότητα αναδυόταν μέσα από την απλότητα και την αθωότητα των γυναικών εκείνης της περιόδου. 

«Το 10» του Καραγάτση 
Κεντρικός πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ένα παλιό εγκαταλειμμένο εργοστάσιο στο Πειραιά που μετατράπηκε σε πολυκατοικία των φτωχών εργατών, παρουσιάζοντας  τη νεοελληνική κοινωνία του ’50. Το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο, περιλαμβάνοντας ένα σύνολο ετερόκλητων ανθρώπινων χαρακτήρων.  
Απόσπασμα: [..Σαν βγήκε από το νοσοκομείο, ήταν επί ξύλου κρεμάμενη, δίχως δραχμή στην μπάντα ή συγγενή να τη βοηθήσει. Ευτυχώς, η Ξανθή την παραστάθηκε. Μετακόμισαν απ’ τη Γούβα του Βάβουλα στην άλλη άκρη του Πειραιά, στου Ξαβέριου. Νοίκιασαν δύο κάμαρες στο «10». Για να βγάλει το ψωμί της έπιασε δουλειά στην ίδια φάμπρικα με την Ξανθή μα με ένα εικοσάρι τη μέρα, μόνο ν’ αναβάλεις τον εξ ασιτίας θάνατο καταφέρνεις. Άλλη διέξοδος από την πορνεία δεν υπήρχε….] 
Η Αγγελική Κωσταβάρα αναφέρει στο άρθρο της «Τα οδυνηρά ανοίγματα της ψυχής στο χαώδες και στην αταξία, στο 10 του Καραγάτση», Μανδραγόρας, 22-23/1999, σ.σ. 221-223: Οι ένοικοι του «10» εγκιβωτισμένοι κυριολεκτικά, μέσα στα ασφυκτικά κουτιά-δωμάτια της πολυκατοικίας, εξαναγκασμένοι να διαβιούν σε συνθήκες αφόρητης γειτνίασης, αλληλοεπηρεάζονται, σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Ταπεινωμένοι στη βαθύτερη υπόστασή τους, δεν φαίνεται τίποτε να τους αποσπά, να τους εξυψώνει ή να τους διαφορίζει, εκτός από τον τρόπο που εισπράττουν τη δυστυχία ή την ευχαρίστηση που τους αναλογεί στη ζωή. 
Οι άνθρωποι του «10», παρότι έχουν συλληφθεί invitro, σε συνθήκες εργαστηρίου, εντούτοις ζωντανεύουν χάρη στις ουσιώδεις λεπτομέρειες, τις οποίες η διεισδυτική παρατηρητικότητα του συγγραφέα έχει συλλέξει. […] Σ’ αυτή λοιπόν τη συγκατοίκηση συμπίπτουν και συνωθούνται άνθρωποι απορριγμένοι, απόμαχοι, βολεμένοι κομπιναδόροι, εξαθλιωμένοι μεροκαματιάρηδες, ακαμάτηδες, συνταξιούχοι και δικαιούχοι κάθε λογής, χωρίς να έχουν επίγνωση της πτώσης τους. Άνθρωποι σε προϊούσα απαξίωση και φθορά, επιβιώνοντας όπως-όπως, μέσα σ’ αυτά τα κουτιά-δωμάτια, σε προθανάτια πρόβα, μιας εν σμικρώ νεκρούπολης. Αναλυτικά το άρθρο θα το βρείτε εδώ Δείτε ακόμα εδώ το άρθρο του Δημήτρη  Τζιόβα Το Βήμα Το «μαύρο τραγούδι» της δεκαετίας του ’50 
Καθώς οι ευρύτατες λαϊκές μάζες έχουν βιώσει τις περιπέτειες, τις ελπίδες και τις διαψεύσεις της δεκαετίας του ’40, η επόμενη δεκαετία, με κυρίαρχες τη φτώχεια και την ανέχεια, την αίσθηση της ανημποριάς μπροστά σε μια σκληρή πραγματικότητα, κυριαρχείται από μια μαζική ψυχολογική διάθεση που αντανακλάται στο λαϊκό τραγούδι της εποχής. Λόγω των συνολικότερων χαρακτηριστικών του, μπορούμε να μιλάμε για τραγούδι «μαύρο», απαισιόδοξο, που φτάνει μέχρι και σε πεισιθάνατες εκφράσεις. Τώρα δεν γίνεται καν λόγος για ελπίδες διεξόδου από μια οδυνηρή κατάσταση. Δεν πρόκειται για την προσδοκία καλύτερων ημερών, όπως διαφαινόταν στα τραγούδια που έγραφε ο Τσιτσάνης στην καρδιά του εμφυλίου. 
Δυο χρόνια από τη λήξη του, ο ίδιος γράφει το τραγούδι «Της κοινωνίας η διαφορά», το οποίο απαγορεύει η λογοκρισία και τότε και το 1956. Βαθύ κόκκινο «Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε την κοινωνία ετούτη και φέρνουν μαύρες συμφορές, η φτώχεια και τα πλούτη. Της κοινωνίας η διαφορά φέρνει στον κόσμο μεγάλη συμφορά. Έχει η ζωή γυρίσματα, έχει και μονοπάτια γκρεμίζουν φτωχοκάλυβα και χτίζονται παλάτια». Με τη διάψευση της ελπίδας, μένει βαρύς αυτός καθαυτός ο πόνος. Ενώ κατά το μεσοπόλεμο ο πόνος που εξέφραζαν τα ρεμπέτικα τραγούδια αφορούσε σε ένα σχετικά περιορισμένο τμήμα της εργατικής τάξης και στο κοινωνικό περιθώριο, τώρα τα λαϊκά τραγούδια «κοινωνικοποιούν τον πόνο, τον εξαπλώνουν, δηλαδή, και αναγνωρίζουν την εξάπλωσή του σε μεγάλα λαϊκά στρώματα» (Παναγής Παναγιωτόπουλος 1996, σ. 276). 
Το κλίμα της εποχής αντανακλάται και στο «Αντιλαλούνε τα βουνά», και πάλι του Τσιτσάνη, γραμμένο επίσης στα 1951, που τραγουδήθηκε από τη Μαρίκα Νίνου και τον Σταύρο Τζουανάκο. Το τραγούδι είναι γραμμένο με τον γνωστό αλληγορικό τρόπο του συνθέτη, ως φαινομενικά ερωτικό (Παναγιώτης Κουνάδης 2000α, σ. 218). ΕΤΙΚΕΤ

____________
Sτάσηnews

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου